
Απόλους τους θρύλους που συνοδεύουν την καταγωγή του καφέ, σύμφωνα με τους ιστορικούς, επικρατέστρερος είναι ο παρακάτω. Γύρω στο 1300 ένας βοσκός από την Υεμένη, ονόματι Κάλντι, παρατήρησε κάτι αξιοπερίεργο. Όταν οι κατσίκες έτρωγαν ορισμένα φύλλα και άγριους καρπούς που φύτρωναν κοντά στην πόλη Μόκαν, γίνονταν ανήσυχες και έμεναν ξάγρυπνες. Αμέσως ο βοσκός ενημέρωσε τον ηγούμενο του μοναστηριού στον οποίο ανήκε το κοπάδι. Αναστατωμένος ο μοναχός Γιάχια πέταξε στη φωτιά τους κόκκους που του έφερε ο βοσκός. Τότε διαπίστωσε ότι έβγαλαν έναν έντονο και συνάμα ευχάριστο άρωμα. Ο μοναχός, γεμάτος περίεργεια πήρε τους καρπούς από τη φωτιά, που εν τω μεταξύ είχαν ήδη ψηθεί, και τους βούτηξε μέσα σε νερό. Όσοι πιστοί δοκίμασαν το ρόφημα άντεξαν περίσσοτερη ώρα ξάγρυπνοι κατά τη βραδυνή προσευχή τους. Έτσι το ονόμασαν “καούα” (khawa), που στα αραβικά σημαίνει “κρασί” και στα τούρκικα “διεγερτικό”.
Κείμενο από FOCUS Ιουνίου
Μπορεί στην Υεμένη να ανακαλύφθηκε ο καφές, ο Φραπές πάντως ανακαλύφθηκε στην Ελλάδα όπως φαίνεται απο την ιστορία.
Στο παρακάτω άρθρο από ΤΟ ΒΗΜΑ διαβάζουμε:
“Η ιστορία του φραπέ δεν είναι μεγάλη αλλά ταυτίζεται με τον μισό αιώνα του μετεμφυλιακού «ελληνικού θαύματος». Ως σύμβολο της ιδεολογίας της χαλαρότητας δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί πουθενά αλλού παρά στη Θεσσαλονίκη – μια καταγωγή που μπορεί να θεωρηθεί ιστορική, δηλαδή τεκμηριωμένη, ή μυθολογική, πράγμα που δεν έχει και τόση σημασία. Σύμφωνα πάντως με την ιστορία ή με τον μύθο, ο φραπές εφευρέθηκε εκ τύχης το 1957 σε ένα περίπτερο της Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης από τον Δημήτρη Βακόνδιο, πωλητή στο περίπτερο καφέδων και προϊόντων επεξεργασμένου γάλακτος του εισαγωγέα Ανδρέα Δρίτσα. Ηταν κυριολεκτικά ένα ατύχημα, ένα accident, καθώς ο Βακόνδιος μη διαθέτοντας ζεστό νερό έβαλε στιγμιαίο καφέ σ’ ένα ποτήρι με κρύο νερό, το κούνησε, ο αφρός ξεχείλισε, το κοστούμι γέμισε λεκέδες αλλά εγένετο… φραπές.
Η δημοσιογραφία, προνομιακός μάρτυρας των εξελίξεων, κατέγραψε το γεγονός. «Ο νέος τύπος καφέ, ο λεγόμενος καφές της στιγμής, “ενσταντανέ”, αποκτά καθημερινώς όλο και περισσότερους οπαδούς και τείνει να εκτοπίσει τον παλαιό τούρκικο, τον κλασικό του είδους» διαβάζουμε στη Βραδυνή της 9ης Οκτωβρίου 1959. Φυσικά δεν έλειψαν και οι πολεμικές. Σ’ ένα χρονογράφημά μου στην εφημερίδα Ελευθερία του 1963 θεωρεί τον φραπέ κάτι σαν εθνικό κίνδυνο, όπως συνάδελφοί του τού 19ου αιώνα θεωρούσαν την μπίρα επικίνδυνο εισβολέα από τον Βορρά.”
Το ΒΗΜΑ, 08/10/2006